Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Μπάλα είναι και γυρίζει


...Την επόμενη Κυριακή ο Θορν μάς πήγε στο γήπεδο. Υποθέτω ότι κι αυτό το έκανε για μας. Όχι γιατί το ήθελε αυτός! Και τότε πώς εξηγείται ότι σε όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού εγώ καθόμουνα ήσυχος στη θέση μου, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, ενώ ο Θορν ήταν συνεχώς όρθιος και ούρλιαζε μαζί με όλους τους άλλους επειδή η ομάδα τους κέρδιζε;
Το σιχαίνομαι το ποδόσφαιρο. Και να παίζω και να βλέπω σιχαίνομαι. Είναι εντελώς ηλίθιο παιχνίδι. Είκοσι δύο βλαμμένοι τρέχουν συνεχώς πάνω κάτω σ' ένα γήπεδο, κυνηγώντας μια μπάλα και ο ένας προσπαθεί να τη βάλει στο τέρμα του άλλου. Γιατί; Ποιος ξέρει! Πάω στοίχημα ότι άμα ρωτήσεις κάποιον από τους παίχτες θα σε κοιτάει με το στόμα ανοιχτό και δε θα ξέρει τι να πει. Εντάξει, δεν είναι και πολύ έξυπνοι οι παίχτες. Θέλω να πω, τους βλέπω και στην τηλεόραση μετά από κάθε παιχνίδι που μιλάνε. Ε, όλο τα ίδια λένε: "Στην αρχή δεν παίξαμε και πολύ καλά, αλλά στο δεύτερο ημίχρονο παίξαμε καλύτερη άμυνα και τρέχαμε πιο πολύ στην επίθεση και βάλαμε δύο γκολ". Φοβερό! Θέλω να πω, σου λένε αυτό που έχεις δει. Σου λένε τι είδες! Σου περιγράφουν αυτό που πήγες και πλήρωσες για να το δεις! Και δεν είναι μονάχα αυτό. Το χειρότερο είναι που κάποιοι πάνε και τους ρωτάνε: "Πες μας τη γνώμη σου για το σημερινό παιχνίδι..." Τώρα που το σκέφτομαι ίσως και να μη φταίνε οι παίχτες. Αφού πάει κάποιος και τους περιμένει έξω απ' το γήπεδο και τους ρωτάει, "πες μας τη γνώμη σου για το παιχνίδι", ε, τι να κάνουν κι αυτοί, τη λένε. Η πλάκα είναι πως αυτός που ρωτάει έχει δει το παιχνίδι. Ξέρει τι έγινε. Κι όμως πάει και ρωτάει τους παίχτες. Κι αυτοί του λένε. Κι εμείς τους ακούμε!
Επίσης, αυτοί οι παίχτες παίρνουν πάρα πολλά λεφτά, γιατί, όπως λέει ο Θόρν, "φέρνουν πάρα πολλά λεφτά". Τώρα εγώ αυτό δεν το καταλαβαίνω. Εγώ θα το απαγόρευα το ποδόσφαιρο άμα μπορούσα. Εντάξει, όχι εντελώς. Άμα τους αρέσει τόσο πολύ να παίζουν, να παίζουνε χωρίς λεφτά. Κι όποιος θέλει να πηγαίνει και να τους βλέπει. Ο Θορν λέει πως άμα ήτανε τσάμπα κανείς δεν θα πήγαινε στο γήπεδο. Κι αυτό τρελό μου φαίνεται, αλλά ο Θορν λέει πως χωρίς λεφτά το ποδόσφαιρο δεν θα είχε κανένα ενδιαφέρον. Εγώ λέω πως ούτε τώρα έχει κανένα ενδιαφέρον.
Τέλος πάντων, σημασία έχει πως εγώ το σιχαίνομαι το ποδόσφαιρο, και στο γήπεδο βαριέμαι πάρα πολύ. Είναι και το άλλο που μου φαίνεται παράλογο. Αυτό με τον διαιτητή. Υποτίθεται ότι υπάρχει για να λέει τι επιτρέπεται και τι όχι. Επειδή οι παίχτες ποτέ δε θα συμφωνούσαν μεταξύ τους. Αλλά κι αυτός, ο διαιτητής δηλαδή, πολλές φορές κάνει λάθος. Και το βλέπουν όλοι ότι κάνει λάθος και φωνάζουν και τον βρίζουνε. Αλλά τίποτα δεν γίνεται. Ακόμα κι όταν δείχνει το παιχνίδι η τηλεόραση και όλοι μπορούν να δουν ότι ο διαιτητής κάνει λάθος, πάλι τίποτα δεν γίνεται.
Εμένα αυτό που με τσαντίζει πιο πολύ απ' όλα είναι που φοράει μαύρα κι άμα θέλει βγάζει έξω τους παίχτες. Τους δείχνει κόκκινη κάρτα κι αυτοί φεύγουν από το παιχνίδι. Και λάθος να έχει κάνει, ο παίχτης πρέπει να φύγει απ' το γήποεδο. Αυτό είναι πολύ άδικο. Να σε διώχνει κάποιος με το έτσι θέλω. Εγώ άμα ήμουνα παίχτης δεν θα το ανεχόμουνα με τίποτα...

ΥΓ: Ο Ζίγκι (απ' τον Μάρφαν) εξηγεί στο Ημερολόγιο ενός εξωγήινου γιατί δεν θέλει με τίποτε να βγει απ' το παιχνίδιΣτη φωτογραφία ποδοσφαιριστές ζωγραφισμένοι με κιμωλία σ' έναν τοίχο στην Κωνσταντινούπολη. 



Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Ασσουρμπανιπάλ


Εκείνη την εποχή το γυμνό ήταν δυσεύρετο. Κυκλοφορούσαν, βέβαια, κάποια περιοδικά, μίζερα και κακοτυπωμένα, μεθοδικά κρυμμένα από τους περιπτεράδες σε σημεία όπου ήταν αδύνατον να φτάσεις χωρίς να καταλάβει όλος ο κόσμος τι ζητούσες. Κάποιοι συμμαθητές μου αντάλλασσαν μαυρόασπρα κόμικς με γελοία ονόματα και καυτό ερωτικό περιεχόμενο, αλλά εγώ δεν ανήκα στο κύκλωμα.
Μοναδική μου διέξοδος ήταν ένας τόμος της σειράς Οι Μεγάλοι όλων των Εποχών – ο πατέρας την είχε αγοράσει με δόσεις, παίρνοντας δώρο και δυο μικρές προτομές, μια του Μπετόβεν και μια του λόρδου Βύρωνα, που τις είχαμε στο πάνω πάνω ράφι της βιβλιοθήκης μας.
Ο τόμος στον οποίο αναφέρομαι ήταν αφιερωμένος στον Ντελακρουά. Το στήθος της Μαριάν –όπως έμαθα αργότερα ότι τη λέγαν– το έβρισκα ακαταμάχητο˙ έτσι κι αλλιώς ήμουν πολύ μικρός για να παρασυρθώ από τις επαναστατικές συμπαραδηλώσεις του πίνακα. Η Μαριάν, φυσικά, ήταν καλή, αλλά μονάχα για ζέσταμα. Γιατί λίγο παρακάτω υπήρχε ο Σαρδανάπαλος, το πιο αισθησιακό θέαμα της παιδικής μου ηλικίας, απλωμένος μάλιστα σε δύο σελίδες: ένας μουσάτος, βλοσυρός τύπος με τουρμπάνι, αραχτός στο κρεβάτι, ενώ οι σκλάβοι του έσφαζαν στα πόδια του τα ζώα και τις οδαλίσκες του – μισόγυμνες, εννοείται.
Υπήρχαν κι άλλοι τόμοι αφιερωμένοι σε αληθινά μεγάλους, όπως ο Ντα Βίντσι κι ο Μιχαήλ Άγγελος, ο Μότσαρτ κι ο Μπετόβεν, και πάει λέγοντας. Τους είχα ρίξει μια ματιά. Αλλά ο Ντελακρουά δεν συγκρινόταν με κανέναν άλλο.
Νομίζω πως ο πατέρας δεν κατάλαβε ποτέ την πραγματική χρησιμότητα των τριάντα τόμων – επιλογή για την οποία καμάρωνε συχνά πυκνά. Εκτός του ότι γέμιζαν ένα ράφι από το σκρίνιο που τοποθετήθηκε λίγα χρόνια αργότερα στο σαλόνι μας, πάω στοίχημα ότι πίστευε ακράδαντα πως διεύρυναν τις εγκυκλοπαιδικές μας γνώσεις.
Ισχύει εν μέρει.

ΥΓ: Ακόμα ένα Σουβενίρ από την Κόλαση.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Γυμνοί στον ήλιο


Βλέπει ένα τσούρμο δεκαεφτάχρονα να τρέχουν σαν δαιμονισμένα προς την παραλία, εκείνο το σούρουπο του ’77, πετώντας καθ’ οδόν τα ρούχα τους, και μαζί κάθε ίχνος σεμνοτυφίας μεθοδικά ενσταλαγμένης από ακάματους μεσοαστούς γονείς, κάθε ψήγμα αναστολής επίμονα υπαγορευμένο από μια κοινωνία που παραπατούσε ζαλισμένη ακόμα από το ανατολίτικο άρωμα της ορθόδοξης παράδοσής της, ενώ είχε βάλει ρότα από καιρό να παραδοθεί στην προχωρημένη Δύση.
Τους βλέπει –τώρα τους βλέπει!- να φτάνουν στο νερό με τα γυμνά νώτα τους επιδεικτικά στραμμένα στη χώρα των γονιών και των παππούδων τους˙ τους βλέπει να βουτάνε με φόρα στη χρυσοκόκκινη αγκαλιά του Ιονίου λες και δραπέτευαν, λες κι είχαν σκοπό να περάσουν κολυμπώντας απέναντι, τους βλέπει να βουλιάζουν ο ένας τον άλλο με άγρια χαρά, σε μια ιδιότυπη τελετή ομαδικής βάπτισης, ή εξαγνισμού τέλος πάντων, στη διάρκεια της οποίας οι δούλοι του Θεού των προγόνων τους δήλωναν απερίφραστα τη θέλησή τους να γίνουν αφέντες του εαυτού τους.
Τους βλέπει να βγαίνουν αναβαπτισμένοι απ’ το νερό και να ξαπλώνουν λαχανιασμένοι στα μικροσκοπικά χαλίκια, ανοίγοντας ευλαβικά τα ευαγγέλιά τους –τον Κάφκα τους και τον Έσσε τους, τη Δίκη τους και το Ντέμιαν και το Σιντάρτα τους, τον Φύλακα στη σίκαλη και τη Νόσο του Πορτνόυ, εκείνο ή κάποιο από τα επόμενα καλοκαίρια-, τους ακούει καθαρά να διαβάζουν περικοπές ο ένας στον άλλον, να απαγγέλουν κατεβατά από στίχους των αγίων ποιητών με τον γλυκό φανατισμό του νεοφώτιστου...
Τι γύρευαν εκείνα τα δεκαεφτάχρονα στην παραλία – αναρωτιέται. Κι ακόμα: είχαν ιδέα τι γύρευαν; Και το πιο σημαντικό – είχαν, δεν είχαν ιδέα: τι βρήκαν; Οπωσδήποτε όχι απλώς μια παραλία...
Θυμάται τη γεύση του νοτισμένου χώματος που πλημμύριζε το στόμα της εκείνο το σούρουπο του ’77˙ την ανατριχίλα που της έφερνε η ανάμνηση ενός βαθύσκιωτου κήπου˙ το άρωμα από τα ξινά –δυο λεμονιές και μια μανταρινιά- που ’χε φυτέψει ο παππούς στο πατρικό της μάνας της στο Χαλάνδρι. Θυμάται και την έκπληξή της, καθώς όλ’ αυτά ζωντάνευαν με την πιο απροσδόκητη αφορμή˙ πώς ήταν δυνατόν, σκεφτόταν τότε, να στέκεται καταμεσής μιας άνυδρης και άδεντρης παραλίας κι η ψυχή της ν’ αγαλλιάζει ανακαλώντας μια αγκαλιά από δροσερό σκοτάδι;
Αυτό είχε βρει εκείνη: έναν κήπο-καταφύγιο κι ας μη φύτρωναν δέντρα εδώ. Ένα αθέατο κομμάτι γης, όπου, αναμάρτητος ακόμα, πας και θάβεις τους άχρηστους θησαυρούς σου – τεκμήρια, δηλαδή, αθωότητας, σχολαστικά επιλεγμένα και ζουληγμένα με άφατη τρυφερότητα, συνήθως μέσα σ’ ένα στρογγυλό σιδερένιο κουτί από μπισκότα Παπαδοπούλου.
Αυτό είχαν βρει: μια Εδέμ που θύμιζε κρανίου τόπο! Έναν παράδεισο χωρίς δέντρο του Καλού και του Κακού, όπου μπορούσαν να περιφέρονται γυμνοί στον ήλιο, χωρίς φύλλο συκής εννοείται, χωρίς να λογαριάζουν φίδια, άσε που δάγκωναν άφοβα τα μήλα...
Είχαν βρει ένα μέρος όπου κανείς δεν δικαιούνταν να τους ζητήσει τίποτε. Ένα μέρος όπου το μόνο που χρειαζόταν να σκεφτείς ήταν αν θα βουτήξεις τώρα ή τρία λεπτά αργότερα. Ένα μέρος όπου λογοδοτούσαν μονάχα στο χώμα και το νερό και τον αέρα και τη φωτιά που άναβαν κακήν κακώς τα βράδια, κι όχι γιατί έτσι κάνουν τα δεκαεφτάχρονα στις παραλίες – όχι! Άναβαν φωτιά για να ειδοποιήσουν το μέλλον τους πως όπου να ’ναι έρχονται, και την άναβαν μεγάλη, ώστε η φρυκτωρία τους να μην αφήνει περιθώρια παρερμηνείας! Να μην κάνει μετά το μέλλον τον ανήξερο – ετούτοι που έρχονται δεν είναι όποιοι κι όποιοι...

ΥΓ: Ένα απόσπασμα από Τα Παιδιά του Κάιν με αφορμή την επίκαιρη συζήτηση για το αν είναι στραβός ο γιαλός ή αν εμείς στραβά αρμενίζουμε.