Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Γόπες με κοκκινάδι

Οδός Ακομινάτου 2013
Για ένα φεγγάρι δούλεψα στον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων. Η πρακτική άσκηση ήταν υποχρεωτική αν ήθελες να πάρεις πτυχίο. Πληρωνόμασταν ψίχουλα, αλλά υποτίθεται πως έτσι αποκτούσαμε εμπειρία. Πάντως δεν είχαμε τίποτε φοβερό να κάνουμε˙ απλώς παρακολουθούσαμε έναν από τους μηχανικούς του Οργανισμού επί το έργον. Η εμπειρία που απέκτησα δουλεύοντας σ’ έναν δημόσιο οργανισμό επί τρεις μήνες συνοψίζεται στις δυο φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους ιστοριούλες που ακολουθούν.
Δυο γωνίες παρακάτω από τον ΟΣΚ υπήρχε ένα καφενείο. Κάθε φορά που δημοπρατούνταν ένα σχολείο, οι εργολάβοι που συνεργάζονταν με τον Οργανισμό συγκεντρώνονταν εκεί κι αποφάσιζαν μεταξύ τους ποιος θα έπαιρνε το έργο. Συμπλήρωναν έπειτα στα χαρτιά τους το ποσοστό της έκπτωσης που προσέφεραν επί του προϋπολογισμού και μόνον τότε σφράγιζαν τους φακέλους που θα υπέβαλαν. Συνέχαιραν εκείνον που είχαν συμφωνήσει πως θα έδινε τη μεγαλύτερη έκπτωση και τον άφηναν τελευταίο, να πληρώσει τους καφέδες. Φεύγοντας, για να καταθέσουν τις άσφαιρες προσφορές τους, άφηναν πίσω τους τασάκια ξέχειλα από τσιγάρα και κάμποσα πούρα. Έπειτα εισέβαλαν θορυβωδώς στο κτίριο του Οργανισμού, μοιράζοντας δεξιά αριστερά χαρωπές καλημέρες και σόκιν ανέκδοτα.
Δυο γωνίες παραπάνω από τον ΟΣΚ, πηγαίνοντας για δουλειά κάθε πρωί, συναντούσα μια μεσόκοπη γυναίκα, άσχημη, χοντρή και ασουλούπωτη, με την πλάτη γερμένη στη μάντρα πίσω της, με το μαλλί βαμμένο ξανθό, κι ένα λεπτό, μακρύ τσιγάρο κολλημένο στα κατακόκκινα χείλια της. Το θλιβερό παρουσιαστικό της, η ώρα, καθώς και το γεγονός ότι στην περιοχή επικρατούσε ερημιά καθιστούσαν την περίσταση σχεδόν τραγική. Κάθε φορά που περνούσα από μπροστά της χαμήλωνα το βλέμμα˙ μου φαινόταν άπρεπο να την παρατηρώ επί το έργον.
Κάθε μεσημέρι, φεύγοντας, μετρούσα τις γόπες με το κοκκινάδι που είχε πετάξει, περιμένοντας, στη ρίζα του λυμφατικού δέντρου, μπροστά της. Κάθε μεσημέρι αναρωτιόμουν αν έλειπε επειδή είχε βρει πελάτη ή επειδή είχε βαρεθεί να περιμένει καπνίζοντας.

ΥΓ: Από τα Σουβενίρ...


Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Μπάλα είναι και γυρίζει


...Την επόμενη Κυριακή ο Θορν μάς πήγε στο γήπεδο. Υποθέτω ότι κι αυτό το έκανε για μας. Όχι γιατί το ήθελε αυτός! Και τότε πώς εξηγείται ότι σε όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού εγώ καθόμουνα ήσυχος στη θέση μου, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, ενώ ο Θορν ήταν συνεχώς όρθιος και ούρλιαζε μαζί με όλους τους άλλους επειδή η ομάδα τους κέρδιζε;
Το σιχαίνομαι το ποδόσφαιρο. Και να παίζω και να βλέπω σιχαίνομαι. Είναι εντελώς ηλίθιο παιχνίδι. Είκοσι δύο βλαμμένοι τρέχουν συνεχώς πάνω κάτω σ' ένα γήπεδο, κυνηγώντας μια μπάλα και ο ένας προσπαθεί να τη βάλει στο τέρμα του άλλου. Γιατί; Ποιος ξέρει! Πάω στοίχημα ότι άμα ρωτήσεις κάποιον από τους παίχτες θα σε κοιτάει με το στόμα ανοιχτό και δε θα ξέρει τι να πει. Εντάξει, δεν είναι και πολύ έξυπνοι οι παίχτες. Θέλω να πω, τους βλέπω και στην τηλεόραση μετά από κάθε παιχνίδι που μιλάνε. Ε, όλο τα ίδια λένε: "Στην αρχή δεν παίξαμε και πολύ καλά, αλλά στο δεύτερο ημίχρονο παίξαμε καλύτερη άμυνα και τρέχαμε πιο πολύ στην επίθεση και βάλαμε δύο γκολ". Φοβερό! Θέλω να πω, σου λένε αυτό που έχεις δει. Σου λένε τι είδες! Σου περιγράφουν αυτό που πήγες και πλήρωσες για να το δεις! Και δεν είναι μονάχα αυτό. Το χειρότερο είναι που κάποιοι πάνε και τους ρωτάνε: "Πες μας τη γνώμη σου για το σημερινό παιχνίδι..." Τώρα που το σκέφτομαι ίσως και να μη φταίνε οι παίχτες. Αφού πάει κάποιος και τους περιμένει έξω απ' το γήπεδο και τους ρωτάει, "πες μας τη γνώμη σου για το παιχνίδι", ε, τι να κάνουν κι αυτοί, τη λένε. Η πλάκα είναι πως αυτός που ρωτάει έχει δει το παιχνίδι. Ξέρει τι έγινε. Κι όμως πάει και ρωτάει τους παίχτες. Κι αυτοί του λένε. Κι εμείς τους ακούμε!
Επίσης, αυτοί οι παίχτες παίρνουν πάρα πολλά λεφτά, γιατί, όπως λέει ο Θόρν, "φέρνουν πάρα πολλά λεφτά". Τώρα εγώ αυτό δεν το καταλαβαίνω. Εγώ θα το απαγόρευα το ποδόσφαιρο άμα μπορούσα. Εντάξει, όχι εντελώς. Άμα τους αρέσει τόσο πολύ να παίζουν, να παίζουνε χωρίς λεφτά. Κι όποιος θέλει να πηγαίνει και να τους βλέπει. Ο Θορν λέει πως άμα ήτανε τσάμπα κανείς δεν θα πήγαινε στο γήπεδο. Κι αυτό τρελό μου φαίνεται, αλλά ο Θορν λέει πως χωρίς λεφτά το ποδόσφαιρο δεν θα είχε κανένα ενδιαφέρον. Εγώ λέω πως ούτε τώρα έχει κανένα ενδιαφέρον.
Τέλος πάντων, σημασία έχει πως εγώ το σιχαίνομαι το ποδόσφαιρο, και στο γήπεδο βαριέμαι πάρα πολύ. Είναι και το άλλο που μου φαίνεται παράλογο. Αυτό με τον διαιτητή. Υποτίθεται ότι υπάρχει για να λέει τι επιτρέπεται και τι όχι. Επειδή οι παίχτες ποτέ δε θα συμφωνούσαν μεταξύ τους. Αλλά κι αυτός, ο διαιτητής δηλαδή, πολλές φορές κάνει λάθος. Και το βλέπουν όλοι ότι κάνει λάθος και φωνάζουν και τον βρίζουνε. Αλλά τίποτα δεν γίνεται. Ακόμα κι όταν δείχνει το παιχνίδι η τηλεόραση και όλοι μπορούν να δουν ότι ο διαιτητής κάνει λάθος, πάλι τίποτα δεν γίνεται.
Εμένα αυτό που με τσαντίζει πιο πολύ απ' όλα είναι που φοράει μαύρα κι άμα θέλει βγάζει έξω τους παίχτες. Τους δείχνει κόκκινη κάρτα κι αυτοί φεύγουν από το παιχνίδι. Και λάθος να έχει κάνει, ο παίχτης πρέπει να φύγει απ' το γήποεδο. Αυτό είναι πολύ άδικο. Να σε διώχνει κάποιος με το έτσι θέλω. Εγώ άμα ήμουνα παίχτης δεν θα το ανεχόμουνα με τίποτα...

ΥΓ: Ο Ζίγκι (απ' τον Μάρφαν) εξηγεί στο Ημερολόγιο ενός εξωγήινου γιατί δεν θέλει με τίποτε να βγει απ' το παιχνίδιΣτη φωτογραφία ποδοσφαιριστές ζωγραφισμένοι με κιμωλία σ' έναν τοίχο στην Κωνσταντινούπολη. 



Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Ασσουρμπανιπάλ


Εκείνη την εποχή το γυμνό ήταν δυσεύρετο. Κυκλοφορούσαν, βέβαια, κάποια περιοδικά, μίζερα και κακοτυπωμένα, μεθοδικά κρυμμένα από τους περιπτεράδες σε σημεία όπου ήταν αδύνατον να φτάσεις χωρίς να καταλάβει όλος ο κόσμος τι ζητούσες. Κάποιοι συμμαθητές μου αντάλλασσαν μαυρόασπρα κόμικς με γελοία ονόματα και καυτό ερωτικό περιεχόμενο, αλλά εγώ δεν ανήκα στο κύκλωμα.
Μοναδική μου διέξοδος ήταν ένας τόμος της σειράς Οι Μεγάλοι όλων των Εποχών – ο πατέρας την είχε αγοράσει με δόσεις, παίρνοντας δώρο και δυο μικρές προτομές, μια του Μπετόβεν και μια του λόρδου Βύρωνα, που τις είχαμε στο πάνω πάνω ράφι της βιβλιοθήκης μας.
Ο τόμος στον οποίο αναφέρομαι ήταν αφιερωμένος στον Ντελακρουά. Το στήθος της Μαριάν –όπως έμαθα αργότερα ότι τη λέγαν– το έβρισκα ακαταμάχητο˙ έτσι κι αλλιώς ήμουν πολύ μικρός για να παρασυρθώ από τις επαναστατικές συμπαραδηλώσεις του πίνακα. Η Μαριάν, φυσικά, ήταν καλή, αλλά μονάχα για ζέσταμα. Γιατί λίγο παρακάτω υπήρχε ο Σαρδανάπαλος, το πιο αισθησιακό θέαμα της παιδικής μου ηλικίας, απλωμένος μάλιστα σε δύο σελίδες: ένας μουσάτος, βλοσυρός τύπος με τουρμπάνι, αραχτός στο κρεβάτι, ενώ οι σκλάβοι του έσφαζαν στα πόδια του τα ζώα και τις οδαλίσκες του – μισόγυμνες, εννοείται.
Υπήρχαν κι άλλοι τόμοι αφιερωμένοι σε αληθινά μεγάλους, όπως ο Ντα Βίντσι κι ο Μιχαήλ Άγγελος, ο Μότσαρτ κι ο Μπετόβεν, και πάει λέγοντας. Τους είχα ρίξει μια ματιά. Αλλά ο Ντελακρουά δεν συγκρινόταν με κανέναν άλλο.
Νομίζω πως ο πατέρας δεν κατάλαβε ποτέ την πραγματική χρησιμότητα των τριάντα τόμων – επιλογή για την οποία καμάρωνε συχνά πυκνά. Εκτός του ότι γέμιζαν ένα ράφι από το σκρίνιο που τοποθετήθηκε λίγα χρόνια αργότερα στο σαλόνι μας, πάω στοίχημα ότι πίστευε ακράδαντα πως διεύρυναν τις εγκυκλοπαιδικές μας γνώσεις.
Ισχύει εν μέρει.

ΥΓ: Ακόμα ένα Σουβενίρ από την Κόλαση.