Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Οικογενειακή φωτογραφία



Εκτός από την αγάπη του για τη φωτογραφία, ο πατέρας μού κληροδότησε και τη φωτογραφική του μηχανή, μια παμπάλαιη ρώσικη Ζόρκι που, στα τελευταία της, μετά από ένα γερό πέσιμο και μια άτσαλη επισκευή, έκοβε λίγο κεφάλια. Έπρεπε να καδράρεις προσεκτικά, αφήνοντας λίγο αέρα προς τα πάνω – τίποτε φοβερό, δηλαδή.
Κάμποσα χρόνια αργότερα, μου χάρισε μια υπέροχη Nikon που την αγόρασε στην Αμερική, όταν στα γεράματά του αποφάσισε να επισκεφτεί τα ξενιτεμένα αδέρφια του. Την είχε φέρει κρυμμένη στις αποσκευές, για να γλιτώσει τον φόρο.
Λίγο πριν πεθάνει, στη γιορτή του, του χάρισα μια φωτογραφία του συνονόματου εγγονού του, τραβηγμένη με μια ψηφιακή Canon, διορθωμένη στο photoshop και τυπωμένη στον οικιακό εκτυπωτή. Ενθουσιάστηκε με τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας.
Λίγα χρόνια αργότερα, κάπως βιαστικά είναι η αλήθεια, αποπειράθηκα να συνεχίσω την παράδοση. Στα έκτα του μόλις γενέθλια, αγόρασα στον γιο μου μια φτηνή ψηφιακή Olympus. Δεν ενθουσιάστηκε. Ομολόγησε ντροπαλά πως θα προτιμούσε κάποιο άλλο παιχνίδι. Έβγαλε δυο τρεις φωτογραφίες και την παράτησε.

Μου πήρε μέρες να το χωνέψω, ώσπου συνειδητοποίησα πως αυτό συνέβη γιατί η μνήμη του ήταν ακόμα σχεδόν άγραφη. Όσο πιο βαθύ το παρελθόν τόσο μεγαλώνει η ανάγκη να κρατήσεις ζωντανά κομμάτια κι αποσπάσματα. 


ΥΓ:  H ιστοριούλα αυτή, μαζί με εξήντα τόσες ακόμα, περιλαμβάνεται στη συλλογή με τίτλο "Γραφικός χαρακτήρας", που θα κυκλοφορήσει από το Μεταίχμιο γύρω στον Μάϊο. Στη φωτογραφία η Ζόρκι του πατέρα - η "ζόρικη" όπως την αποκαλούσαμε.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Δέντρα





















Όταν πρωτοχτίσανε το σπίτι, ο πατέρας φύτεψε σε μια γωνιά του οικοπέδου κηπευτικά: φασολάκια, ντομάτες, τέτοια… Καθώς δεν υπήρχε ακόμα μάντρα, μπαίνανε τα πρόβατα και του τα ’τρωγαν.

Είδε κι απόειδε, παράτησε τα κηπευτικά κι έβαλε ξινά, δυο λεμονιές και μια μανταρινιά, 
δίπλα στον μεσημβρινό τοίχο του σπιτιού, να τις προστατεύει απ’ το βοριά. 

Στο πίσω μέρος του οικοπέδου φύτεψε κλήματα – είκοσι ρίζες, δώδεκα ποικιλίες: μοσχάτο, ροδίτη, σουλτανίνα… Τα σκάλιζε, τα κλάδευε, τα θειάφιζε, έντυνε τα τσαμπιά με τούλι να μην του τα τρώνε τα σπουργίτια. 

Μπροστά μόνο είχε λουλούδια.




Δυο σινδόνιες και δυο λιμπούρνα, δεξιά κι αριστερά από τη μαρμάρινη, φτερωτή σκάλα της εισόδου, και κάμποσες τριανταφυλλιές, για ομορφιά. 



Αργότερα πρόσθεσε και δυο επιβλητικούς φοίνικες…



Μεγαλώνοντας, τον ρώτησα πώς και δεν είχε σκεφτεί ποτέ να φυτέψει κάνα δέντρο, να βγαίνουν όταν άνοιγε ο καιρός, να κάθονται στον ίσκιο του, να πίνουν τον καφέ τους… Κάτι πήγε να μουρμουρίσει, αλλά ήταν ολοφάνερο πως απάντηση δεν είχε να μου δώσει.


Μου πήρε χρόνια να καταλάβω πως στον κόσμο του και στον καιρό του προτεραιότητα είχε η απόδοση κι όχι η απόλαυση. 



ΥΓ: Η ιστοριούλα αυτή (μαζί με άλλες εξήντα τόσες) περιλαμβάνεται σε μια συλλογή μικροσκοπικών, αληθινών ιστοριών που θα εκδοθούν υπό τον γενικό τίτλο Γραφικός χαρακτήρας γύρω στο Πάσχα, από το Μεταίχμιο.





Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015