Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Σενάρια (για γερά νεύρα)


Ήταν ο άνθρωπός σου. Έτσι πίστευες.

Μια μέρα, με την προσοχή σου στραμμένη αλλού, σου έμπηξε ένα μαχαίρι στην πλάτη.

Ίσως να το έστριψε και λίγο στην πληγή - αλλά γι' αυτό δεν είσαι σίγουρος.

Γύρισες έκπληκτος. "Αυτό έπρεπε να γίνει" σου είπε ήρεμα και αποφασιστικά.

Σε έθαψε με συνοπτικές διαδικασίες, υιοθετώντας το απαραίτητο περίλυπο ύφος που δεν άφησε ασυγκίνητο κανέναν.

Πριν προλάβεις να εγκατασταθείς στον άλλο κόσμο, σου ήρθε ο λογαριασμός για τα έξοδα της κηδείας.

Οι κοινοί φίλοι σε μελετάνε στα μνημόσυνα χωρίς όμως να ξέρουν ότι εσύ πληρώνεις τα κόλλυβα.




Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016

Ανακύκλωση

Κάθε φορά που έπεφτα πάνω σε έναν από εκείνους με το κυνηγημένο βλέμμα που γυρνάν στους δρόμους της πόλης σέρνοντας καρότσια του σουπερμάρκετ, κρατώντας ένα σίδερο στα χέρια με το οποίο σκαλίζουν τα περιεχόμενα των μπλε κάδων, στεκόμουν και κοιτούσα άναυδος, αδυνατώντας να χωνέψω το γεγονός ότι άνθρωποι από σάρκα και οστά ζουν από αυτά που πετάω.
Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα ερχόταν ώρα που μ' ένα σίδερο στα χέρια θα βούταγα κι εγώ το κεφάλι στον κάδο της τελευταίας δεκαπενταετίας της ζωής μου αναζητώντας κάτι μικρό έστω που θα μπορούσε να ανακυκλωθεί.

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Οι "ταξιτζήδες" και ο ελληνικός κινηματογράφος


Ένα από τα αγιάτρευτα προβλήματα αυτής τη χώρας είναι οι «ταξιτζήδες».

ΠΡΟΣΟΧΗ: με τον όρο «ταξιτζήδες» δεν εννοώ εκείνους τους ανθρώπους που απλώς οδηγούν ταξί (ειλικρινά, λειώνει από τον πόνο η καρδιά μου κάθε φορά που βλέπω τις ουρές που σχηματίζονται πλέον στις πιάτσες). 

Με τον όρο «ταξιτζήδες» εννοώ εκείνους που, ενώ απλώς οδηγούν «ταξί», συμβαίνει να γνωρίζουν τα πάντα – από τις βαθύτερες αιτίες των άλυτων προβλημάτων ως και τις λύσεις τους –φυσικά–, λύσεις που είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο πως θα έφερναν απτά αποτελέσματα εντός εικοσιτετραώρου, αν υποθέσουμε ότι το κατεστημένο έδινε μια ευκαιρία στον «ταξιτζή»…

Δουλειά του κατεστημένου όμως είναι να μη δίνει ευκαιρίες, αυτό το ξέρει κάθε «ταξιτζής» που σέβεται τον εαυτό του (εδώ ξέρει τα πάντα, αυτό δεν θα ’ξερε).

Γι’ αυτό, όπως θα καταλάβατε, τα προβλήματα παραμένουν άλυτα και οι –πάσης φύσεως– «ταξιτζήδες» εξακολουθούν απλώς να οδηγούν ταξί.

Για τα περισσότερα από τα σοβαρά ζητήματα που ταλανίζουν τους πολίτες αυτής της χώρας δηλώνω αναρμόδιος έως άσχετος. Για το ασφαλιστικό, επί παραδείγματι, μπορώ να εκφέρω γενικόλογες μάλλον απόψεις, κυρίως για το πώς φτάσαμε ως εδώ και, συνήθως, μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματι. Επ’ ουδενί όμως ισχυρίζομαι ότι μπορώ να συνεισφέρω στη λύση του. Τα ίδια και για το φορολογικό ή το προσφυγικό ή το ζήτημα των αδειών των τηλεοπτικών καναλιών.

Επιτρέψτε μου ωστόσο να νομίζω ότι ξέρω λίγο περισσότερα για ζητήματα όπως ο ελληνικός κινηματογράφος, ας πούμε.

Μετά από μια τέτοια βαρύγδουπη δήλωση δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει ακόμα μία: ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα του ελληνικού κινηματογράφου είναι οι «ταξιτζήδες».

Θα εξηγηθώ: Κατ’ αρχάς, «ταξιτζήδες» θα συναντήσει κανείς ανάμεσα στους σκηνοθέτες, τους σεναριογράφους (ναι, ακόμα και ανάμεσα σε αυτούς τους ελάχιστους), τους ηθοποιούς και  πάει λέγοντας.

Περισσότερους «ταξιτζήδες» θα συναντήσει ανάμεσα σε εκείνους που διαχειρίζονται τα του ελληνικού κινηματογράφου από θεσμικά πόστα.

Αφορμή όμως γι’ αυτό το ξέσπασμα αποτελούν οι «ταξιτζήδες» που θα συναντήσει κανείς ανάμεσα σε εκείνους που απλώς γράφουν για τον ελληνικό κινηματογράφο.

Ένας απ’ αυτούς είδε το «Suntan» του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου και αναφώνησε (μεταξύ άλλων): το πρόβλημα της ταινίας είναι το σενάριο και το πρόβλημα του σεναρίου είναι ότι δεν έχει τέλος.

Πρόκειται για ψέμα. Συνειδητό ή όχι δεν έχει καμιά σημασία.  Θα ήμουν διατεθειμένος, στη μνήμη του Βολταίρου, να κάτσω να συζητήσω με τις ώρες πιθανά και απίθανα σεναριακά προβλήματα της ταινίας – ασχολούμαι επαγγελματικά με το σενάριο περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια κι αυτό μου δίνει το δικαίωμα –νομίζω– αλλά και τη χαρά να μπαίνω σε τέτοιου είδους συζητήσεις.

Σε καμιά περίπτωση όμως δεν θα δεχόμουν να συζητήσω αν έχει ή δεν έχει τέλος η ταινία. Θα παρέπεμπα τον συνομιλητή μου στον Αριστοτέλη και την Ποιητική, όπου τόσο η αρχή όσο και το τέλος μιας δραματικής αφήγησης ορίζονται με απίστευτη καθαρότητα.

Το τέλος του «Suntan» είναι μια χαρά τέλος – κι αν δεν μπαίνω σε λεπτομέρειες είναι για να μη χαλάσω τη χαρά του μελλοντικού θεατή της ταινίας.

Ο εν λόγω «ταξιτζής», βέβαια, προφητεύει πως η ταινία δεν θα έχει θεατές (η αλήθεια είναι πως κάνει ό,τι μπορεί γι’ αυτό), αλλά εγώ νοιάζομαι και για τους λίγους που θα τολμήσουν να αμφισβητήσουν την αυθεντία του.

Συνήθως προσπερνώ τέτοιου είδους άστοχα και κακεντρεχή κείμενα. Σχολιάζοντάς τα το μόνο που καταφέρνεις είναι απλώς να πολλαπλασιάσεις την ηχώ τους.

Ο λόγος που το κάνω εδώ είναι διπλός:

Τυχαίνει να έχω δει το «Suntan» πριν διαβάσω το κείμενο –κάτι που δεν μου συμβαίνει συχνά– και θεωρώ πως πρόκειται για μια εξαιρετική ταινία από κάθε άποψη – και σεναριακή.

Ούτε αυτό θα ήταν αρκετό όμως.

Αυτό που με ώθησε να γράψω ετούτο το κείμενο είναι ότι προ ημερών έτυχε να διαβάσω τις απόψεις ενός ακόμα «ταξιτζή».

Ετούτος ο δεύτερος «ταξιτζής» κάνει μια σειρά από ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για να καταλήξει πως το πρόβλημα του ελληνικού κινηματογράφου είναι η παιδεία. Παιδεία που λείπει από τους κινηματογραφιστές, παιδεία, όμως, που δεν διαθέτουν ούτε οι θεατές…

Ήμουν έτοιμος να πανηγυρίσω που κάποιος, επιτέλους, αποφάσισε να μη χαριστεί στον περιούσιο λαό, αλλά το μάτι μου είχε κολλήσει σε δύο φράσεις. Τις παραθέτω αυτούσιες:
  • Αυτό που εννοούν … είναι ότι χρειάζεται να βοηθηθούν μέσα απ’ τη δημιουργία μιας στιβαρής δομής, στην οποία θα (αλληλο)εκπαιδεύονται για να κάνουν καλύτερες ταινίες. Εμπορικότερες, λαϊκότερες, διαφορετικότερες, απλούστερες ή περιπλοκότερες, ελληνικότερες ή διεθνότερες ταινίες, ό,τι μπορεί να σημαίνει το «καλύτερες» για τον καθένα.
Σημ: το «διεθνότερες» το υπογράμμισα εγώ.

  • Ακόμη κι αν οι Έλληνες κινηματογραφιστές αρχίσουν ξαφνικά να κάνουν μοναχά αριστουργήματα, θα αρχίσουν ξαφνικά οι Έλληνες θεατές να πηγαίνουν μόνο στο ελληνικό σινεμά; … Κινηματογραφική παιδεία δεν είναι οι Έλληνες να κάνουν καλύτερο σινεμά (που είναι βεβαίως θεμιτό, αλλά αποτελεί εκπαίδευση κι όχι παιδεία). Κινηματογραφική παιδεία είναι οι Έλληνες να βλέπουν περισσότερο σινεμά.
Σημ: η υπογράμμιση κι εδώ είναι δική μου, 
αν και το συγκεκριμένο απόσπασμα χρησιμοποιείται 
ως ενδιάμεσος τίτλος στο συγκεκριμένο άρθρο.


Τα δύο δημοσιεύματα με ανάγκασαν να θυμηθώ πως το σοβαρότερο πρόβλημα αυτής της χώρας είναι οι «ταξιτζήδες». 

Εκείνοι οι παντογνώστες εξυπνάκηδες που μας κουνάν  το δάχτυλο και μας βάζουν στη θέση μας.

Εκείνοι που δεν βλέπουν το τέλος της ταινίας, αλλά, ταυτοχρόνως, δεν βλέπουν ότι τέλος δεν έχει και η άγνοιά τους.

Εκείνοι που θεωρούν ότι έχουν δικαίωμα να μιλούν για παιδεία που θα φέρει «διεθνότερες» ταινίες.

Εκείνοι που θεωρούν ότι θα βάλουν σε τάξη τον ελληνικό κινηματογράφο, ενώ είναι ολοφάνερο πως δεν μπορούν να συντάξουν μια πρόταση.

Η δική μου πρόταση είναι η εξής:

Απλώς ας οδηγήσουμε ο καθένας το ταξί του με σύνεση και ταπεινότητα, με σεβασμό στον κώδικα οδικής κυκλοφορίας και τις υποδείξεις των τροχονόμων, για να αποφύγουμε τις αχρείαστες συγκρούσεις. 

Στο τέλος θα κληθούμε όλοι μας να πληρώσουμε τα σπασμένα…







Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Η τελευταία λέξη


Λατρεύω εκείνους που γράφουν επί παντός του επιστητού στα κοινωνικά δίκτυα. 

Εκείνους που έχουν ταυτοχρόνως άποψη για το όνομα της Μακεδονίας και τα άνομα παιχνίδια της Τουρκίας, για τον αδικοχαμένο Bowie και τον αδικοχαμένο Παντελίδη, για το πρόβλημα με το Ασφαλιστικό και το πρόβλημα με το Μεταναστευτικό και, φυσικά, για τις δηλώσεις του Γκλέτσου, του Μουζάλα, του Καμμένου, ενώ δεν θα παραλείψουν να σχολιάσουν και την τελευταία ταινία του Παπακαλιάτη.

Τους λατρεύω επειδή δεν μασάνε τα λόγια τους.

Κυρίως όμως επειδή στην κατακλείδα των κειμένων τους φιγουράρει σχεδόν απαρεγκλίτως η έκφραση: "Αυτά τα ολίγα" ακολουθούμενη από ένα "Την καλημέρα μου" ή "Την καληνύχτα μου", "Την αγάπη μου" ή "Τα σέβη μου"...

Εν ολίγοις, λατρεύω εκείνους που μιλούν διατηρώντας εδραία την πεποίθηση πως έχουν πει την τελευταία λέξη. 

Νομίζω δε πως ο μεγάλος αριθμός όσων προτιμούν αυτόν τον επίλογο-ταφόπλακα καταδεικνύει το πρόβλημα με την ποιότητα του διαλόγου στη χώρα. 

Αυτά τα ολίγα. Την απελπισία μου...



Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Οικογενειακή φωτογραφία



Εκτός από την αγάπη του για τη φωτογραφία, ο πατέρας μού κληροδότησε και τη φωτογραφική του μηχανή, μια παμπάλαιη ρώσικη Ζόρκι που, στα τελευταία της, μετά από ένα γερό πέσιμο και μια άτσαλη επισκευή, έκοβε λίγο κεφάλια. Έπρεπε να καδράρεις προσεκτικά, αφήνοντας λίγο αέρα προς τα πάνω – τίποτε φοβερό, δηλαδή.
Κάμποσα χρόνια αργότερα, μου χάρισε μια υπέροχη Nikon που την αγόρασε στην Αμερική, όταν στα γεράματά του αποφάσισε να επισκεφτεί τα ξενιτεμένα αδέρφια του. Την είχε φέρει κρυμμένη στις αποσκευές, για να γλιτώσει τον φόρο.
Λίγο πριν πεθάνει, στη γιορτή του, του χάρισα μια φωτογραφία του συνονόματου εγγονού του, τραβηγμένη με μια ψηφιακή Canon, διορθωμένη στο photoshop και τυπωμένη στον οικιακό εκτυπωτή. Ενθουσιάστηκε με τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας.
Λίγα χρόνια αργότερα, κάπως βιαστικά είναι η αλήθεια, αποπειράθηκα να συνεχίσω την παράδοση. Στα έκτα του μόλις γενέθλια, αγόρασα στον γιο μου μια φτηνή ψηφιακή Olympus. Δεν ενθουσιάστηκε. Ομολόγησε ντροπαλά πως θα προτιμούσε κάποιο άλλο παιχνίδι. Έβγαλε δυο τρεις φωτογραφίες και την παράτησε.

Μου πήρε μέρες να το χωνέψω, ώσπου συνειδητοποίησα πως αυτό συνέβη γιατί η μνήμη του ήταν ακόμα σχεδόν άγραφη. Όσο πιο βαθύ το παρελθόν τόσο μεγαλώνει η ανάγκη να κρατήσεις ζωντανά κομμάτια κι αποσπάσματα. 


ΥΓ:  H ιστοριούλα αυτή, μαζί με εξήντα τόσες ακόμα, περιλαμβάνεται στη συλλογή με τίτλο "Γραφικός χαρακτήρας", που θα κυκλοφορήσει από το Μεταίχμιο γύρω στον Μάϊο. Στη φωτογραφία η Ζόρκι του πατέρα - η "ζόρικη" όπως την αποκαλούσαμε.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Δέντρα





















Όταν πρωτοχτίσανε το σπίτι, ο πατέρας φύτεψε σε μια γωνιά του οικοπέδου κηπευτικά: φασολάκια, ντομάτες, τέτοια… Καθώς δεν υπήρχε ακόμα μάντρα, μπαίνανε τα πρόβατα και του τα ’τρωγαν.

Είδε κι απόειδε, παράτησε τα κηπευτικά κι έβαλε ξινά, δυο λεμονιές και μια μανταρινιά, 
δίπλα στον μεσημβρινό τοίχο του σπιτιού, να τις προστατεύει απ’ το βοριά. 

Στο πίσω μέρος του οικοπέδου φύτεψε κλήματα – είκοσι ρίζες, δώδεκα ποικιλίες: μοσχάτο, ροδίτη, σουλτανίνα… Τα σκάλιζε, τα κλάδευε, τα θειάφιζε, έντυνε τα τσαμπιά με τούλι να μην του τα τρώνε τα σπουργίτια. 

Μπροστά μόνο είχε λουλούδια.




Δυο σινδόνιες και δυο λιμπούρνα, δεξιά κι αριστερά από τη μαρμάρινη, φτερωτή σκάλα της εισόδου, και κάμποσες τριανταφυλλιές, για ομορφιά. 



Αργότερα πρόσθεσε και δυο επιβλητικούς φοίνικες…



Μεγαλώνοντας, τον ρώτησα πώς και δεν είχε σκεφτεί ποτέ να φυτέψει κάνα δέντρο, να βγαίνουν όταν άνοιγε ο καιρός, να κάθονται στον ίσκιο του, να πίνουν τον καφέ τους… Κάτι πήγε να μουρμουρίσει, αλλά ήταν ολοφάνερο πως απάντηση δεν είχε να μου δώσει.


Μου πήρε χρόνια να καταλάβω πως στον κόσμο του και στον καιρό του προτεραιότητα είχε η απόδοση κι όχι η απόλαυση. 



ΥΓ: Η ιστοριούλα αυτή (μαζί με άλλες εξήντα τόσες) περιλαμβάνεται σε μια συλλογή μικροσκοπικών, αληθινών ιστοριών που θα εκδοθούν υπό τον γενικό τίτλο Γραφικός χαρακτήρας γύρω στο Πάσχα, από το Μεταίχμιο.





Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

Προνόμια αέρος-αέρος


Δεν υπάρχει τίποτε πιο γελοίο από το κουρτινάκι που τραβάνε οι αεροσυνοδοί ανάμεσα στην πρώτη και την οικονομική θέση του αεροπλάνου λίγο μετά την απογείωση - όταν πια ο κίνδυνος της συντριβής και της σύνθλιψης από την κοινή μοίρα έχει κάπως απομακρυνθεί.

Αναρωτιέμαι συχνά για τη χρησιμότητά του, ιδίως σε πτήσεις που δεν διαρκούν πολύ. Το μόνο που σε εμποδίζει είναι να δεις τον καφέ που σερβίρεται σε φλιτζανάκι και το έξτρα νάζι της αεροσυνοδού προς τους προνομιούχους επιβάτες.

Αργότερα, όταν ο κίνδυνος της συντριβής κατά την προσγείωση επανακάμπτει, το κουρτινάκι τραβιέται πάλι, ίσως για να θυμίσει στους θνητούς πως κανένα προνόμιο δεν θα πάρουν μαζί τους...



Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Τσιμεντένια μανουάλια


Στις χώρες που έχουν ξεκαθαρίσει τα του παρελθόντος τους, στις χώρες όπου το παρόν κυλάει σχετικά ήσυχα, υποσχόμενο ένα εξίσου τακτοποιημένο μέλλον, δεν θα δεις αναμονές.

Αντιθέτως, στις χώρες που το παρελθόν τους τελεί διαρκώς υπό διαπραγμάτευση, στις χώρες που το παρόν τους συνταράζεται κάθε τόσο από συγκρούσεις ανεπίλυτες, με ρίζες βαθιές, τις βλέπεις να ξεφυτρώνουν κάθε τόσο, σαν σιδερένια κεριά πάνω σε τσιμεντένια μανουάλια, μια άκομψη προσευχή για το διαρκώς αβέβαιο μέλλον.


Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015

Οι γόπες και η θάλασσα


Καταφθάνει στην παραλία απογευματάκι. 
Χαιρετάει τους πάντες μεγαλόφωνα, σαν πολιτευτής. 
Φτιάχνει το φραπέ του μεθοδικά. 
Προσφέρει πάγο σε όποιον από τους πρωινούς επιθυμεί να ακολουθήσει το παράδειγμά του. 
Κατευθύνεται στην ακροθαλασσιά. 
Μας εντοπίζει. 
Δεν μας έχει ξαναδεί. 
Είναι η πρώτη μας φορά εκεί, παραδεχόμαστε. 
Επικροτεί την επιλογή μας. 
Πεντακάθαρη θάλασσα, μπορεί και η καθαρότερη στην Ελλάδα. Χαμογελάμε καλοπροαίρετα. 
Η θάλασσα είναι καθαρή, αλλά στους θάμνους, λίγα μέτρα πιο πίσω, έχει φουντώσει ένας σωρός από πλαστικές σακούλες, κουτάκια μπίρας, μπουκάλια νερού, θραύσματα φελιζόλ και πάει λέγοντας...
Κάθεται στα βοτσαλάκια και πίνει τον καφέ του καπνίζοντας. 

Κάποια στιγμή αποφασίζει να βουτήξει στην καθαρότερη θάλασσα της χώρας.
Μπαίνει με αργά, προσεκτικά βήματα και το τσιγάρο στο στόμα.
Το πετάει στα πεντακάθαρα νερά και βουτάει.
Σε λίγες μέρες θα πάει να ψηφίσει.
Η χώρα δεν έχει γλιτωμό - οι παραλίες της είναι γεμάτες σκουπίδια.

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Οι ωραίοι και τα χρέη


"...Τέρμα τα βαθιά ιδεολογικά χάσματα! Τέλος οι ταξικές κόντρες! Μακριά από μας... Η εθνική συμφιλίωση επιτεύχθηκε δια νόμου. Η αλλαγή συντελέστηκε, κακήν κακώς. Προς το καλύτερο, ασφαλώς. Τα κλάψαμε τα θύματα, ας δώσουμε τώρα άφεση στους θύτες, απ’ όπου κι αν προέρχονται, κι ας πορευθούμε εν ειρήνη˙ ας κοιτάξουμε, επιτέλους, να ευημερήσουμε. Τελειώσαμε με τους βασιλιάδες, τις δικτατορίες και το αίμα. Υπάρχουν πολύ πιο δημοκρατικοί τρόποι για να χειραγωγεί κανείς. Οι εργολάβοι πίσω από τα ΜΜΕ κατέληξαν στην κοινοβουλευτική δημοκρατία κληρονομικού τύπου. Μη μου σηκώνετε τα φρύδια σας! Ξέρω τι λέω... Θέλετε να διασκεδάσετε, αγαπητέ Τιερί; Σε τρεις περιπτώσεις, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους –που δεν απέχει δα και πολύ, ούτε δυο αιώνες-, πατέρας, γιος και εγγονός διετέλεσαν πρωθυπουργοί της χώρας και πάμε για την τρίτη! Γελάτε; Τώρα θα σας κοπεί το γέλιο! Υπήρξαν τέσσερις ακόμα περιπτώσεις, όπου πατέρας και γιος κατέλαβαν το ίδιο αξίωμα. Είδατε; Δεν γελάτε πια... Την ώρα που μιλάμε, στα έδρανα της Βουλής κάθονται κάνα δυο ακόμα τέκνα πρώην πρωθυπουργών, παρακολουθώντας ανυπόμονα τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων... Και δεν έβαλα στο λογαριασμό τον προηγούμενο πρωθυπουργό μας, που ήταν ανιψιός του Καραμανλή – θα τον έχετε ακουστά... Νεποτισμός, είπατε; Ούτε συνεννοημένοι να ’μασταν: η λέξη ανιψιός έχει την ίδια ρίζα – το λατινικό nepos... Αλλά δεν θέλω τέτοια! Τα παιδιά των πρωθυπουργών έχουν κι αυτά κάθε δικαίωμα να προσφέρουν στον τόπο! Γιατί να τους το στερήσουμε, δημοκράτες άνθρωποι;..."

Η παραπάνω σκηνή από Τα παιδιά του Κάιν (Μεταίχμιο, 2011) διαδραματίζεται το 2009 και προβλέπει εκ του ασφαλούς την πρωθυπουργία του Γιώργου Παπανδρέου. Ετούτη η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στις επερχόμενες εκλογές για την ανάδειξη νέου αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας. Σύμφωνα με δημοσιεύματα τρία μέλη της οικογένειας Μητσοτάκη φλερτάρουν με την υποψηφιότητα. Η αναδιάρθρωση του πολιτικού προσωπικού της χώρας είναι πιο επείγουσα κι από την αναδιάρθρωση του χρέους.


Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

Η Ζόρικη


Αυτός που βγάζει φωτογραφίες συνήθως μένει αναγκαστικά εκτός του κάδρου. Έτσι κι ο πατέρας, που λάτρευε τις φωτογραφίες.

Είχε μια φτηνή ρώσικη μηχανή, Ζόρκιν, με καλά κρύσταλλα στον φακό. Χάρη σ’ αυτή τη μηχανή, τη «Ζόρικη», όπως την είχαμε βαφτίσει, έχω χιλιάδες φωτογραφίες από τα παιδικά μου χρόνια. Αυτές στις οποίες εμφανίζεται κι ο πατέρας μετριούνται στα δάχτυλα, εννοείται.

Όσο μεγαλώναμε τόσο λιγότερες τραβούσε. Στα γεράματά του ανακάλυψε τη βιντεοκάμερα. Τράβηξε το πανηγύρι στο χωριό του, και κάμποσα οικογενειακά γλέντια. Ο ίδιος, εννοείται, πάλι έλειπε.

Όταν πέθανε, ανακαλύψαμε έκπληκτοι πως δεν υπήρχε πρόσφατη φωτογραφία του της προκοπής. Αναγκαστικά, χρησιμοποιήσαμε για τον τάφο μια που του ’χαν βγάλει με το ζόρι στα μπουζούκια, σε κάποιο χορό του συλλόγου συνταξιούχων. 



ΥΓ: Από τα Σουβενίρ...

Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

Making of Ρέστα


Τις τρεις τελευταίες μέρες, καμιά εικοσαριά γενναιόδωροι, φιλότιμοι και ακούραστοι άνθρωποι παράτησαν τις δουλειές τους, τις σπουδές τους, τις οικογένειές τους, κάποιοι άφησαν τα παιδιά τους στη φροντίδα άλλων, κι ήρθαν να μοιραστούν μαζί μου την περιπέτεια του γυρίσματος μιας μικρού μήκους ταινίας που θα λέγεται "Ρέστα". Ετούτο το κειμενάκι είναι ένα ελάχιστο "ευχαριστώ" - ένα τίποτα μπροστά σε όσα έκαναν για να ολοκληρωθεί αυτή η ταινία...                                                             α                      



                                      


Τα γυρίσματα -ειδικά τις δύο πρώτες μέρες- μόνο περίπατος δεν ήταν. Ξεκίνημα τα χαράματα και σκληρή δουλειά μέχρι πολύ αργά το απόγευμα, τη μια μέρα, και μέχρι τη νύχτα τη δεύτερη. Έρχονταν όλοι με χαμόγελο, έδιναν ρέστα όλη μέρα τόσο σε προθυμία όσο και σε αποτελεσματικότητα κι έφευγαν ξεθεωμένοι, χωρίς να γκρινιάξουν ή να παραπονεθούν... Αναρωτιέμαι τι θα έκαναν αν πληρώνονταν κιόλας...                                                       



                                             


Ίσως να είναι ένα σημάδι ότι ακόμα και οι περαστικοί βοήθησαν: οι περισσότεροι ανταποκρινόμενοι στο αίτημά μας να μην περάσουν μπροστά από την κάμερα... Η κυρία της φωτογραφίας όμως έκανε κάτι περισσότερο: έδωσε τα ψιλά της στη ζητιάνα μας! Δεν τα δώσαμε πίσω... Αυτά τα τριάντα λεπτά τα κρατήσαμε για γούρι! Στο τέλος της δεύτερης μέρας, η Γόνη έφυγε από το Μοναστηράκι με τα ρούχα του ρόλου, για να γυρίσει για λίγο σπίτι της. Ο κύριος που της πρόσφερε εισιτήριο στο τρόλεϊ αρνήθηκε να πάρει το αντίτιμο. Κανείς μας δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το ίδιο θα γινόταν και με τον Σωτήρη στην πλατεία Βικτωρίας: ένας μετανάστης άφησε ένα εικοσάλεπτο στην απλωμένη χούφτα του...         



                                    
Μεσημέρι Σαββάτου στην Ομόνοια: τα φαγωμένα τσιμέντα καίγονται. Welcome to Greece που λέει και η διαφήμιση, στο βάθος. Η θερμοκρασία της κάμερας όλο και ανεβαίνει. Τσεκάρουμε το πλάνο που τραβήξαμε και ο Βίτωνας βλέπει ότι κάτι δεν πάει καλά. Το τραβάμε δεύτερη φορά - και πάλι drops. Τρίτη - τα ίδια. Κάποιος έχει τη φαεινή ιδέα να αλλάξουμε κάρτα. Το κόλπο πιάνει. Ένα αυτοκίνητο χρηματαποστολής έρχεται και μπαίνει στο κάδρο. Ο οδηγός δεν κατεβάζει καν το τζάμι για να του μιλήσουμε. Αναγκαστικά περιμένουμε. Μισή ώρα - ίσως και παραπάνω... Η Γόνη με πουλόβερ κλειστό στο λαιμό, το πανωφόρι στα χέρια κι ένα χαμόγελο που σε κάνει να σκέφτεσαι ποιος Θεός σου χρωστάει...             






Ο Jaime έρχεται με την ομορφότερη ομπρέλα που έχω δει στη ζωή μου. Ίσως και να γλιτώσουμε τα εγκαύματα στον σβέρκο. Η χρηματαποστολή φεύγει. Η Γόνη σβήνει το χαμόγελο και ξαναγίνεται η μοχθηρή ζητιάνα του σεναρίου. Η άλλη κάρτα δουλεύει όπως πρέπει. Το έχουμε το πλάνο...     






Κυριακή μεσημέρι - Μοναστηράκι: το μισό συνεργείο έχει φύγει για να προετοιμάσει τον χώρο για το βραδινό γύρισμα. Ο Αλέξης και η Ζωή μάς έχουν παραχωρήσει το σαλόνι τους - μάς έχουν βάλει και φρέσκα φρούτα στο φυγείο. Στην πλατεία, μπροστά μας, ζευγάρια χορεύουν το τραγούδι που παίζει η λάτιν μπάντα. Κανείς δεν μας προσέχει. Ανεβαίνουμε στους μεταλλικούς όγκους στη μέση της πλατείας και τραβάμε το πέρασμα του Συμεών μέσα σε τρία τέταρτα.





Τελευταία μέρα, στον Ταύρο: ο καιρός μάς έχει κάνει το χατίρι - δεν δικαιούμαστε να γκρινιάζουμε για τη ζέστη. Η Γόνη παίρνει τη θέση της - περιμένει τον Συμεών που έρχεται - ο Σωτήρης κρυμμένος μ' ένα σκουριασμένο σίδερο στο χέρι - κάνουμε τη σκηνή που πέφτει ξύλο. Μέχρι τώρα έχουν πάει όλα τόσο καλά που αρχίζω να φοβάμαι ότι εδώ θα στραβώσει το πράγμα - ποιος μπορεί να είναι τόσο τυχερός;





Ο Συμεών φοράει τον πλαστικό θώρακα - ο Σωτήρης θα του ρίξει καμιά τριανταριά κλοτσιές στο στομάχι. Η Δανάη και η Δήμητρα έχουν φροντίσει για ένα εφεδρικό πουκάμισο. Το πλαστικό μπουκάλι πρέπει να τρυπήσει και το γάλα να χυθεί στις πλάκες. Πώς χύνεται σωστά το γάλα; Κι αν χρειαστεί να το ξανακάνουμε; Θα ξεπλύνουμε τις πλάκες και θα περιμένουμε να στεγνώσουν... Για πάμε να δούμε...




Η Γόνη παίρνει τη στάση της - σαν μονομάχος σε γουέστερν. Ο Βίτωνας παίρνει αγκαλιά την κάμερα και δοκιμάζει τη θέση των ποδιών του. Ο Συμεών έρχεται. Ο Σωτήρης σφίγγει το σκουριασμένο σίδερο στα χέρια του. Μια, δυο, τρεις λήψεις και το πλάνο είναι καλό... Είναι το τελευταίο - έχουμε τελειώσει μια ώρα νωρίτερα. Θέλω να τους αγκαλιάσω έναν έναν και να τους πω ευχαριστώ. Είμαι συγκινημένος και δεν με πολυνοιάζει και να φανεί. Ζητάω να το κάνουμε ακόμα μια φορά. Δεν χρειάζεται, αλλά δεν θέλω να τελειώσει... Ανταποκρίνονται αμέσως! Εύχομαι αυτό να σημαίνει πως αισθάνονται κι εκείνοι το ίδιο.

Γόνη, Συμεών, Σωτήρη, Αθηνά, Τάκη, Μαρία, Βιτόρια, Γιώργο, Βίτωνα, Δημήτρη, Δανάη, Σπύρο, Ειρήνη, Χαρά, Νίκο, Δήμητρα, Νίκη, Χρήστο, Γιώργο, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΩΩ! Εύχομαι να μπορέσω κάποτε να ανταποδώσω.

Γιώργο και Κατερίνα, η μαγική κάμερά σας μάς έλυσε τα χέρια - σας το χρωστάω!

Jaime και Διονυσία, χωρίς την ενέργεια, την ευγένεια και την ψυχραιμία σας τίποτε απ' όλα αυτά δεν θα είχε γίνει έτσι. Σας είμαι ευγνώμων!


                                               

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Ρέστα

Τους τελευταίους μήνες, αναζητώντας χώρους για τα γυρίσματα μιας ταινίας, έπεσα πάνω σ' αυτό το λειψό όχημα. Το φωτογράφισα χωρίς δεύτερη σκέψη, αν και δεν ήμουν σίγουρος πώς θα μπορούσα να το αξιοποιήσω.
 Λίγο καιρό αργότερα, επισκέφθηκα τον ίδιο χώρο και έβγαλα ακόμα μια φωτογραφία, χωρίς να συνειδητοποιώ πως κάτι είχε αλλάξει.
Την τελευταία φορά που επισκέφθηκα τον ίδιο χώρο, περνώντας μπροστά από το αμάξι (αν μπορεί κανείς να το πει έτσι) κατάλαβα αμέσως πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Έβγαλα την τρίτη φωτογραφία με τη σκέψη πως το κουτσό όχημα ήταν μια πρώτης τάξεως μεταφορά για ό,τι ζούμε σ' αυτή τη χώρα απ' την αρχή του χρόνου.

Να σημειώσω μόνο πως ο τίτλος της ταινίας θα είναι "Ρέστα".


Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

Κοζάνη Μπλουζ


Η τύχη με έστειλε να υπηρετήσω σε έναν Λόχο της Αεροπορίας Στρατού, στο αεροδρόμιο της Κοζάνης. Στην πρώτη μου έξοδο στριφογύρισα αρκετά χαζεύοντας την άγνωστη πόλη. Δεν βρήκα τίποτε ενδιαφέρον. Καθώς δεν γνώριζα κανέναν, κατέληξα σε μια καφετέρια.  Ήπια όσους καφέδες άντεχα, αλλά είχα ακόμα μπροστά μου αναρίθμητες ώρες. Έκανα ακόμα μια βόλτα, στη διάρκεια της οποίας ανακάλυψα έναν κινηματογράφο. Έπαιζε «Τα παιδιά της Χελιδόνας» του Κώστα Βρεττάκου κι ένα έργο καράτε. Πλήρωσα εισιτήριο και μπήκα.
Είδα το καράτε απ’ τη μέση. Το σινεμά ήταν γεμάτο. Στο διάλειμμα πριν την ελληνική ταινία το σινεμά άδειασε. Μείναμε τρεις. Η ταινία ήταν καλή.
Αποφάσισα πως δεν χρειαζόμουν τις εξόδους. Στο στρατόπεδο περνούσα καλύτερα, αρκεί να είχα αρκετά βιβλία. Οι υπόλοιποι στη μονάδα ήταν από κει γύρω. Τους πρότεινα να βγαίνουν στη θέση μου, εκ περιτροπής. Ο Διοικητής δέχτηκε, αφού βεβαιώθηκε πως η απροθυμία μου να βγω στην πόλη δεν ήταν δείγμα βαριάς ψυχικής ασθένειας. Οι συνάδελφοί μου ήταν πανευτυχείς. Πιθανότατα την έβγαζαν στις καφετέριες κι έβλεπαν και κανένα έργο καράτε πότε πότε.
Λίγο πριν φύγω, θέλησαν να με βγάλουν ένα βράδυ έξω – σαν ευχαριστώ. Στην Bora Bora, λέει, τραγουδούσε η Άννα Φωτίου. Βρήκα μια δικαιολογία, μην τους προσβάλλω, και το απέφυγα.

Κάθε φορά που ακούω μια συζήτηση για ταινίες που περιφρονούν τον μέσο θεατή θυμάμαι αυτή την ιστορία.

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

Διαπραγματεύσεις

Στην καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, ταινία του, τη «Λευκή», ο Κριστόφ Κισλόφσκι –με την καθοριστική συνδρομή του συνεργάτη του στο σενάριο Κριστόφ Πισίεβιτς– διαπραγματεύεται με ευρηματικό, τουλάχιστον, τρόπο το ακανθώδες ζήτημα της ισοτιμίας στον κλονισμένο γάμο ενός ταλαντούχου πολωνού κομμωτή, του Κάρολ, και της γαλλίδας συζύγου του και ιδιοκτήτριας του κομμωτηρίου Ντομινίκ.

Στην αρχή της ταινίας, η Ντομινίκ ζητά διαζύγιο από τον Κάρολ, καθώς εκείνος δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τα συζυγικά του καθήκοντα – ο γάμος τους είναι άγονος. Ο Κάρολ, με τη σειρά του, υποστηρίζει στο –γαλλικό– δικαστήριο πως αγαπά τη γυναίκα του και δεν θέλει να διαλυθεί ο γάμος.

Η Ντομινίκ κερδίζει. Βγαίνοντας από το δικαστήριο, ο Κάρολ παίρνει τα παπούτσια του στο χέρι. Λίγο αργότερα, διαπιστώνει πως δεν υπάρχουν χρήματα στον τραπεζικό του λογαριασμό. Ταπεινωμένη από την ανικανότητά του, η Ντομινίκ θέλει με τη σειρά της να τον ταπεινώσει.

Ο Κάρολ επιχειρεί απεγνωσμένα να διαπραγματευτεί την επανασύνδεσή τους. Πηγαίνει στο κομμωτήριο και κάνει ό,τι μπορεί για να ανταποκριθεί στο ερωτικό της κάλεσμα. Εις μάτην, όμως. Δεν του σηκώνεται! Εξοργισμένη, η Ντομινίκ βάζει φωτιά στις κουρτίνες και απειλεί να τον χώσει στη φυλακή για εμπρησμό.

Ο Κάρολ το βάζει στα πόδια και βρίσκει καταφύγιο στο μετρό. Άφραγκος και χωρίς χαρτιά, μοιάζει να μην έχει διέξοδο. Με το τελευταίο του δίφραγκο τηλεφωνεί στην Ντομινίκ, από έναν θάλαμο κάτω απ’ το παράθυρό της, υπό το ειρωνικό βλέμμα της Μπριζίτ Μπαρντό από μια γιγαντοαφίσα της «Περιφρόνησης» του Γκοντάρ. Η Ντομινίκ, ακλόνητη στην απόφασή της, υποκρίνεται πως έρχεται σε οργασμό, στρίβοντας το μαχαίρι στην πληγωμένη καρδιά του Κάρολ.

Σαν να μην του έφταναν όσα έχει τραβήξει, ο Κάρολ έχει να αντιμετωπίσει και μια δύστροπη τηλεφωνική συσκευή που του τρώει τα ρέστα. Έξαλλος, απαιτεί τα λεφτά του από τον υπάλληλο στο εκδοτήριο εισιτηρίων. Εκείνος θα του πετάξει τελικά ένα δίφραγκο, για να τον ξεφορτωθεί.

Μην έχοντας άλλη διέξοδο, ο Κάρολ θα ανοίξει μια τρύπα στην παλιοβαλίτσα του, μέσα στην οποία θα χωθεί, για να επιστρέψει στην Πολωνία ως αποσκευή ενός συμπατριώτη του, του Μικολάι, που είναι πρόθυμος να τον βοηθήσει. Τα μόνο που θα πάρει μαζί του απ’ τη Γαλλία είναι ένα αγαλματάκι, ένα μπούστο της Μαριάν –της προσωποποίησης της γαλλικής δημοκρατίας–, υποκατάστατο της χαμένης συζύγου.

Σε μια σκηνή σπάνιας σεναριακής έμπνευσης, οι υπάλληλοι του αεροδρομίου στην Πολωνία κλέβουν τη βαριά βαλίτσα από το αεροπλάνο και τη μεταφέρουν σε μια χωματερή, όπου, με ασφάλεια, θα μπορέσουν να μοιραστούν τη λεία τους. Προς μεγάλη τους απογοήτευση, από μέσα ξεπηδάει ο Κάρολ με το αγαλματάκι του. Κατρακυλώντας μέσ’ στις λάσπες, με τους γλάρους να πετούν πάνω από σωρούς σκουπιδιών, ο Κάρολ αναφωνεί με αγαλλίαση «Πατρίδα!»

Στην πατρίδα του, ο Κάρολ θα προσπαθήσει αρχικά να ξανασταθεί στα πόδια του, κουρεύοντας τις πελάτισσες του αδερφού του που εκτιμούν αφάνταστα το ταλέντο του. Πολύ γρήγορα όμως θα βρει δουλειά και ως τσιλιαδόρος σε μια μαφιόζικη επιχείρηση μαύρης αγοράς συναλλάγματος. Και θα αρπάξει την ευκαιρία μπαίνοντας σφήνα στα σχέδια των αφεντικών του – αγοράζοντας δυο τρία χωραφάκια στο κέντρο μιας μεγάλης περιοχής που πρόκειται να γνωρίσει απροσδόκητη άνθηση στο εγγύς μέλλον…

Η διαφθορά και η ανομία που επικρατούν στην πατρίδα του θα επιτρέψουν στον αποφασισμένο Κάρολ να συγκεντρώσει πολλά χρήματα μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Ένα μέρος τους είναι κι η αμοιβή που του υπόσχεται ο απελπισμένος Μικολάι – μην έχοντας κουράγιο να αυτοκτονήσει αναζητά εκτελεστή. Ο Κάρολ θα πυροβολήσει τον Μικολάι – αλλά με άσφαιρα πυρά. Ο Μικολάι αλλάζει γνώμη μετά την εικονική εκτέλεση, δίνει τα χρήματα της αμοιβής στον Κάρολ και τον βοηθάει να βάλει μπροστά το σκοτεινό σχέδιό του: ο Κάρολ κληροδοτεί τα πάντα στη γαλλίδα πρώην σύζυγό του κι έπειτα σκηνοθετεί τον θάνατο και την κηδεία του, έχοντας φροντίσει πρώτα για την εισαγωγή ενός αγνώριστου πτώματος από τη Ρωσία.

Η Ντομινίκ θα έρθει στην Πολωνία για την κηδεία και τότε ο Κάρολ θα ολοκληρώσει την εκδίκησή του. Θα την επισκεφτεί κρυφά στο ξενοδοχείο της για να ξεπληρώσει το χρέος του – παίζοντας πλέον εντός έδρας, θα της χαρίσει έναν ανεπανάληπτο οργασμό, προτού εξαφανιστεί ξανά, αφήνοντας την αστυνομία να κάνει τη δουλειά της: η Ντομινίκ είναι η κύρια ύποπτη για τον φόνο του Κάρολ, αφού είναι η μόνη που έχει τόσο ισχυρό κίνητρο – την ανέλπιστη κληρονομιά.  

Στη σπαρακτική τελική σκηνή της ταινίας ο Κάρολ επισκέπτεται τη φυλακή όπου βρίσκεται η Ντομινίκ, κι εκείνη, πίσω απ’ τα κάγκελα, του εξηγεί πως κατάλαβε – αν βγει ποτέ από κει θέλει να ξαναπαντρευτούν!

Γιατί η Ντομινίκ τώρα ξέρει –έμαθε– πως για να είναι γόνιμος ο γάμος πρέπει οι δύο εταίροι να είναι ισότιμοι. Στη Γαλλία, έχοντας το πάνω χέρι απέναντι στον μετανάστη, ταλαντούχο κομμωτή, το μόνο που κατάφερε ήταν να τον ευνουχίσει. Στην Πολωνία οι όροι αντιστράφηκαν: ο ανδρισμός του Κάρολ αναστήθηκε – μόνο που τώρα αυτός είναι στο χώμα κι αυτή στη φυλακή…

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 ακόμα, ο προφητικός Κισλόφσκι μιλάει για την ανισότητα στον γάμο ανάμεσα στην προηγμένη δυτική Ευρώπη και σε χώρες σαν τη δική του, που ακόμα αναζητούσαν τον καπιταλιστικό βηματισμό τους.

Ποιος να το φανταζόταν πως, είκοσι χρόνια αργότερα, η υπέροχη παραβολή του θα μας αφορούσε με τόσο οδυνηρό τρόπο.

Εννοείται πως κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις μονάχα συμπτωματική δεν είναι…

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Το παιδί και το σκοτάδι

  



Το παιδί δεν φοβάται το σκοτάδι. Για το παιδί, το σκοτάδι είναι το ρούχο των θαυμάτων. Απλώνει το χέρι με τη θεία σιγουριά πως αρκεί να βρει από κάπου να το πιάσει, από ’να πέτο, απ’ το μανίκι ή το μπατζάκι, κι ύστερα να κάνει έτσι μια, και θα γεμίσει ο τόπος θαύματα γυμνά που θα τρέχουν να κρυφτούν με μάγουλα κατακόκκινα από την ντροπή.
Το παιδί, πάλι, δεν ντρέπεται για τη γύμνια του. Είναι ένας πρωτόπλαστος που δεν έχει ακούσει ακόμα την παράλογη καταδίκη του. Περιφέρεται ανέμελο στον κήπο, καθώς δεν έχει ακούσει ακόμα τίποτε για απαγορευμένους καρπούς. Υψώνει το χέρι του και πιάνει ό,τι φτάσει. Κάποια στιγμή θα μπορέσει να σκαρφαλώσει στη μηλιά, κι από εκεί θα δει πως έξω από τον κήπο απλώνεται ένας κόσμος ανεξάντλητος, ένας κόσμος άσχημος, γυμνός και ανεξήγητος, κι ίσως γι’ αυτό ακριβώς απείρως πιο γοητευτικός. Και τότε δεν θα διστάσει στιγμή να δαγκώσει το εισιτήριό του για τη μεγάλη περιπέτεια...
Το παιδί λατρεύει το παιχνίδι. Γοητεύεται, ας πούμε, αφάνταστα από την καμπύλη τροχιά της πέτρας που φεύγει από το χέρι του και ποιος ξέρει πού μπορεί να προσγειωθεί. Άλλες φορές ανοίγει κεφάλια κι άλλοτε αναγκάζει το νερό να ανοίξει διάλογο, στέλνοντας πίσω ολοστρόγγυλα κυματάκια-μπάμπουσκες, που μέσα τους κρύβουν άλλα, μικρότερα, κύματα... Το παιδί αντιμετωπίζει το παιχνίδι με απόλυτη σοβαρότητα. Λες και στην τροχιά της πέτρας ή στην ηχώ των μηδενικών που σχηματίζουν τα κύματα κρύβεται ούτε λίγο ούτε πολύ το ίδιο το νόημα της ζωής – πράγμα που ίσως δεν απέχει και πολύ απ’ την αλήθεια.
Το παιδί την αλήθεια δεν την έχει περί πολλού. Καθώς δεν έχει ανοίξει ακόμα δοσοληψίες με παρελθόν και μέλλον, μοιάζει να μην την έχει ανάγκη. Κάθε φορά που το παρόν εφορμά οργίλο εναντίον του, εκείνο κουρνιάζει στην αληθινά ζεστή αγκαλιά των ψεμάτων – και το κάνει χωρίς την παραμικρή τύψη.
Το παιδί δεν έχει τύψεις, γενικώς. Γι’ αυτό το παιδί δεν φοβάται τη μοναξιά. Για το παιδί, η μοναξιά είναι άπλα κι ελευθερία. Το παιδί, βλέπεις, διαθέτει περισσή ενέργεια, την απαιτούμενη περιέργεια και μια φαντασία τόσο γενναιόδωρη που μπορεί να κάνει το –πικρό για όλους τους άλλους– ποτήρι της μοναξιάς του να ξεχειλίσει από δώρα πλουσιοπάροχα.
Το παιδί δεν τσιγκουνεύεται το γέλιο ή το κλάμα του. Το παιδί δεν μετράει την έκπληξη ή την απογοήτευσή του. Το παιδί ζει στον υπερθετικό βαθμό. Γι’ αυτό το παιδί δεν ψιθυρίζει. Μπορεί να μασάει, ενίοτε, τα λόγια του, αλλά κυριολεκτικά και όχι από υστεροβουλία ή ιδιοτέλεια. Το παιδί φωνάζει τα θέλω του, όχι για να ξορκίσει την απόγνωση, αλλά γιατί δεν ξέρει άλλο τρόπο. Περιέργως, μάλιστα, επείγεται. Οποιαδήποτε προσπάθεια να πειστεί πως έχει όλη τη ζωή μπροστά του θα πέσει, εννοείται, στο κενό. Ακόμα κι όταν αναγκάζεται να παίξει το «όταν μεγαλώσω...», το κάνει μόνο και μόνο για να μη στεναχωρήσει τους μεγάλους που μεγάλωσαν και που του είναι αδύνατον να φανταστεί πως υπήρξαν κάποτε κι αυτοί παιδιά... Πολύ γρήγορα αφήνει κατά μέρος τις ανόητες προβολές για να ορμήξει στη λακούβα με τα απόνερα της χτεσινής βροχής.
Το παιδί δεν φοβάται τη λάσπη. Δεν διστάζει να κυλιστεί στον βούρκο. Το παιδί αγνοεί την αξία της μεταφοράς. Το παιδί κυριολεκτεί. Έτσι, κάνει τη λάσπη ρούχο του, πολύτιμο λάφυρο μιας αναίμακτης μάχης που έχει πάντα μόνο νικητές. Καμιά ανάγκη δεν έχει από καμουφλάζ. Κι αν καμιά φορά γίνεται αγκάθι τη μια και τριαντάφυλλο την άλλη, αυτό το κάνει για ν’ αποτίσει φόρο τιμής στη δόλια ομορφιά των λουλουδιών κι όχι για να ξεγελάσει. Εξάλλου, το παιδί δεν αναγνωρίζει όρια και κανόνες, ώστε να τους υπονομεύσει με τερτίπια και καμώματα. Τέτοιες στρατηγικές απαιτούν υπομονή που δεν διαθέτει. Από επιμονή, πάντως, άλλο τίποτε...
Το παιδί δεν φοβάται το σώμα του. Δεν το ανταγωνίζεται ούτε το τιμωρεί με δίαιτες, ας πούμε, και γυμναστικές, αν και συχνά πυκνά το πληγώνει – χωρίς πρόθεση όμως. Το παιδί αποδέχεται το άτρωτο σώμα του με συγκρατημένη υπερηφάνια. Ευτυχώς, δεν γνωρίζει ακόμα –και του είναι αδύνατον να φανταστεί– πως θα ’ρθει ώρα, αργότερα, που θα προδοθεί απ’ αυτό το ίδιο σώμα, πιθανόν και με φρικτό τρόπο.
Το παιδί δεν φοβάται τη φωτιά. Τουλάχιστον μέχρι να καεί – πάει να πει, μέχρι να πάψει να είναι παιδί, γιατί κι αυτό κάποτε αναπόφευκτα συμβαίνει.
Μέχρι τότε το παιδί δεν θα φοβάται το σκοτάδι. Το σκοτάδι θα φοβάται το παιδί – γιατί το παιδί φέγγει, αυτόφωτο. 


ΥΓ: Το κείμενο αυτό γράφτηκε για τον κατάλογο της έκθεσης φωτογραφίας της καλής φίλης Νέλλης Τραγουστή, πριν από λίγα χρόνια στην Πάτρα. Εδώ συνοδεύεται από μια δική μου φωτογραφία.

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Ο Ρωμανός και οι μελωδοί

Ο Νίκος Ρωμανός παλεύει για ένα δικαίωμά του – και δεν έχει καμιά μα καμιά σημασία αν όντως θέλει να σπουδάσει Διοίκηση Επιχειρήσεων (λες και, αν ήθελε να σπουδάσει Ιχθυολογία, ας πούμε, το αίτημά του θα είχε άλλο βάρος).

Το ότι παλεύει κατ’ αυτόν τον τρόπο αποδεικνύει απλώς ότι η πολιτεία δεν προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών με την ίδια προθυμία.

Το ζούμε, άλλωστε, καθημερινά. Προστατεύεται το όνομα των δύο προέδρων ΠΑΕ της Super League που κατηγορούνται για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση (οργάνωση που καταλήστευε στήνοντας ποδοσφαιρικούς αγώνες), ενώ, ελαφρά τη καρδία, δημοσιοποιούνται οι φωτογραφίες οροθετικών γυναικών που είχαν καταφύγει στην πορνεία για να επιβιώσουν.

Ο Ν. Ρωμανός βρίσκεται για δεύτερη –τουλάχιστον– φορά αντιμέτωπος με ένα κράτος που επιλέγει τίνος τα δικαιώματα θα προστατέψει. Την προηγούμενη, πριν από έξι χρόνια, ένας οπλισμένος εκπρόσωπος αυτού του κράτους αρνήθηκε στον Αλέξη Γρηγορόπουλο το δικαίωμά του να περπατάει σ’ ένα στενό των Εξαρχείων. Η σφαίρα από το όπλο του συμπτωματικά μόνο βρήκε τον Αλέξη και όχι τον Νίκο.

Έχει ενδιαφέρον ότι, σήμερα, για το ίδιο δικαίωμα τσιρίζει στη Βουλή ο Άδωνης Γεωργιάδης, μιλώντας για «άβατο» των Εξαρχείων.

Το ίδιο δικαίωμα διεκδικεί –μελωδικά– ο Κωστής Μαραβέγιας που θέλει να φιλήσει το κορίτσι του Κυριακάτικα σε καθαρά παγκάκια. Φαντάζομαι πως, αν θελήσει να φιλήσει το κορίτσι του βραδιάτικα σε καθαρό παγκάκι, θα τα βάλει και με τους άστεγους.

Γι’ αυτό το δικαίωμα γαβγίζει ο Μιχάλης Τσαουσόπουλος, που ζητά ν’ αδειάσει η πλατεία Συντάγματος από τους πρόσφυγες, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι κι εκείνοι διεκδικούν το δικαίωμά τους στη ζωή, ώστε να μπορέσουν κάποτε να κόβουν βόλτες στις πλατείες.

Οι ληστές στο Βελβεντό, ανάμεσά τους και ο Ρωμανός, ξυλοφορτώθηκαν ανελέητα μετά τη σύλληψή τους - ίσως επειδή κρατούσαν καλάσνικοφ. Άραγε ερευνήθηκε το ενδεχόμενο καταπάτησης των δικαιωμάτων τους ως κρατουμένων, και τι έδειξε αυτή η έρευνα; Προχθές, μόλις, είδαμε έναν αστυνομικό να χτυπάει έναν διαδηλωτή, ενώ είχε ήδη συλληφθεί και του είχαν περάσει χειροπέδες. Θα ερευνηθεί, άραγε, το περιστατικό, όπως επιβάλλουν οι κανόνες της Δημοκρατίας;

Έχει ενδιαφέρον ότι κανένας δεν διανοήθηκε να ξυλοφορτώσει τον Βασίλη Παπαγεωργόπουλο, που καταλήστευσε τον Δήμο Θεσσαλονίκης, ούτε τον Άκη Τσοχατζόπουλο για τα ακριβά ανομήματά του, αν και σχετίζονταν με όπλα - ίσως επειδή δεν επρόκειτο για καλάσνικοφ.

Έχει ενδιαφέρον ότι η πολιτεία δεν επέδειξε την ίδια ζέση στην περίπτωση του Μιχάλη Χριστοφοράκου, επιτρέποντάς του να την κοπανήσει και σε όσους ευεργετήθηκαν από την εγκληματική του δράση, εγκληματώντας και οι ίδιοι, να κυκλοφορούν ελεύθεροι, ασκώντας τα δικαιώματά τους σε παγκάκια και πλατείες.

Έχει εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον ότι, αφού ανένηψε και αποκήρυξε τις νεανικές του ακρότητες, ο Μάκης Βορίδης, με το πράο, αφ’ υψηλού ύφος του και τα τσεκουράτα λόγια του, μέμφεται όσους υπερασπίζουν τα δικαιώματα κάποιου που έχει τελέσει αξιόμεμπτες πράξεις.

Αν θέλουμε να πάψουμε κάποτε να τροφοδοτούμε τη συζήτηση περί Χούντας που δεν τελείωσε, αν θέλουμε η Δημοκρατία μας να δικαιώσει το όνομά της, πρέπει επειγόντως να αποφασίσουμε να σεβόμαστε τα δικαιώματα όλων εξίσου.

Αυτό που φοβόμαστε, όπως έσπευσε να το διατυπώσει με τη γνωστή αθυροστομία του ο Γιάννης Μπουτάρης, είναι πως ο Νίκος Ρωμανός θα καταχραστεί την εμπιστοσύνη της πολιτείας, ενώ θα ασκεί το δικαίωμά του στη μόρφωση.

Απ’ όσο ξέρω, το κράτος διαθέτει χεροδύναμους αστυνομικούς που, ενίοτε, περνούν άνετα για κουκουλοφόροι, και υπερκοριούς που δεν τους ξεφεύγει τίποτε, εκτός κι αν συμβαίνει γύρω απ’ την πλατεία Μαβίλη. Ας αξιοποιήσει, λοιπόν, τα όπλα του τότε.

Αφού πρώτα έχει αποδείξει ότι είναι κράτος δικαίου.



ΥΓ: Στη φωτογραφία, ανέμελος πολίτης σε παγκάκι, ασκεί το δικαίωμά του να διαβάζει στη βροχή, περιμένοντας ίσως το κορίτσι του.